Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cab
01
ταξί, ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο με οδηγό
a vehicle, typically with a driver for hire, used to transport passengers to their destinations in exchange for an amount of money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cabs
Παραδείγματα
Uber and Lyft have revolutionized the cab industry by offering ride-hailing services through mobile apps.
Η Uber και η Lyft έχουν επαναπροσδιορίσει τη βιομηχανία των ταξί προσφέροντας υπηρεσίες κλήσης οχημάτων μέσω εφαρμογών κινητών.
02
καμπίνα, θάλαμος οδηγού
the enclosed compartment at the front of a vehicle or locomotive where the driver sits and operates the controls
Παραδείγματα
The cab of the train was fitted with modern instruments.
Η καμπίνα του τρένου ήταν εξοπλισμένη με σύγχρονα όργανα.
03
καμπριολέ, ενοικιαζόμενη άμαξα
a light, two-wheeled horse-drawn carriage with seating for two and a folding hood
Παραδείγματα
The museum displayed a restored nineteenth-century cab.
Το μουσείο παρουσίασε ένα αναστηλωμένο cab του δέκατου ένατου αιώνα.
to cab
01
παίρνω ταξί, ταξιδεύω με ταξί
to travel or get around by taxicab
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cab
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabs
ενεστώτα μετοχή
cabing
απλός αόριστος
cabbed
παθητική μετοχή
cabbed
Παραδείγματα
The tourists cabbed across the city to reach the museum.
Οι τουρίστες πήραν ταξί μέσα από την πόλη για να φτάσουν στο μουσείο.



























