Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cab
01
ταξί, ενοικιαζόμενο αυτοκίνητο με οδηγό
a vehicle, typically with a driver for hire, used to transport passengers to their destinations in exchange for an amount of money
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cabs
Παραδείγματα
We hailed a cab to take us to the airport as we were running late for our flight.
Πιάσαμε ένα ταξί για να μας πάει στο αεροδρόμιο καθώς αργούσαμε για την πτήση μας.
02
καμπίνα, θάλαμος οδηγού
the enclosed compartment at the front of a vehicle or locomotive where the driver sits and operates the controls
Παραδείγματα
The truck's cab was equipped with air conditioning.
Η καμπίνα του φορτηγού ήταν εξοπλισμένη με κλιματισμό.
03
καμπριολέ, ενοικιαζόμενη άμαξα
a light, two-wheeled horse-drawn carriage with seating for two and a folding hood
Παραδείγματα
In Victorian times, cabs were common in city traffic.
Στην εποχή της Βικτωρίας, τα καμπριολέ ήταν κοινά στην κυκλοφορία της πόλης.
to cab
01
παίρνω ταξί, ταξιδεύω με ταξί
to travel or get around by taxicab
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cab
γ΄ ενικό πρόσωπο
cabs
ενεστώτα μετοχή
cabing
απλός αόριστος
cabbed
παθητική μετοχή
cabbed
Παραδείγματα
We cabbed to the airport to save time.
Πήγαμε στο αεροδρόμιο με ταξί για να εξοικονομήσουμε χρόνο.



























