byroad
by
ˈbaɪ
μπαι
road
roʊd
ρουντ
/bˈaɪɹəʊd/

Ορισμός και σημασία του "byroad"στα αγγλικά

01

δευτερεύον δρόμο, αραιοπορευμένος δρόμος

a less traveled road
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
byroads
Παραδείγματα
The byroad was closed due to fallen trees.
Ο παρόδος ήταν κλειστός λόγω πεσμένων δέντρων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store