buzzing
bu
ˈbʌ
μπα
zzing
zɪng
ζινγκ
boozing

Ορισμός και σημασία του "buzzing"στα αγγλικά

01

βουητός, βουίζων

producing a continuous humming or vibrating sound, like the sound of bees 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most buzzing
συγκριτικός βαθμός
more buzzing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
sound, insects, activity
Παραδείγματα
The buzzing bees surrounded the flowers. 

Οι βουίζουσες μέλισσες περιέκλεισαν τα λουλούδια.

02

βουίζων, ζωηρός

energetic or lively, characterized by a sense of excitement or enthusiasm 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

buzzing
buzz
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store