Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to buy up
01
αγοράζω όλα, εξαγοράζω
to buy the whole supply of something such as tickets, stocks, goods, etc.
Transitive: to buy up sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
buy
ενεστώτας
buy up
γ΄ ενικό πρόσωπο
buys up
ενεστώτα μετοχή
buying up
απλός αόριστος
bought up
παθητική μετοχή
bought up
Παραδείγματα
The store decided to buy up the seasonal items before they ran out.
Το κατάστημα αποφάσισε να αγοράσει τα εποχικά αντικείμενα πριν εξαντληθούν.



























