Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to buttress
01
υποστηρίζω, ενισχύω
to provide support or justification in order to make something stronger or more secure
Transitive: to buttress sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
buttress
γ΄ ενικό πρόσωπο
buttresses
ενεστώτα μετοχή
buttressing
απλός αόριστος
buttressed
παθητική μετοχή
buttressed
Παραδείγματα
The company decided to buttress its cybersecurity measures to protect against potential threats.
Η εταιρεία αποφάσισε να ενισχύσει τα μέτρα κυβερνοασφάλειας της για να προστατευτεί από πιθανές απειλές.
02
υποστηρίζω, ενισχύω
to reinforce or support a building or structure by adding buttresses, which are external supports
Transitive: to buttress a structure
Παραδείγματα
The architects decided to buttress the cathedral walls to prevent them from buckling.
Οι αρχιτέκτονες αποφάσισαν να υποστηρίξουν τους τοίχους του καθεδρικού ναού για να αποτρέψουν την κάμψη τους.
Buttress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buttresses
Παραδείγματα
The Gothic cathedral's towering buttresses provided essential structural support, allowing for the construction of soaring vaulted ceilings.
Οι επιβλητικοί στηρίγματα του γοτθικού καθεδρικού ναού παρείχαν απαραίτητη δομική στήριξη, επιτρέποντας την κατασκευή ψηλών θολωτών οροφών.
Λεξικό Δέντρο
buttressed
buttressing
buttress



























