butterfingers
butterfingers
'bʌtəfɪngəz
batēfingēz

Ορισμός και σημασία του "butterfingers"στα αγγλικά

01

αδέξιος, χειρόβολος

someone who keeps dropping things 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
butterfingers
Παραδείγματα
She laughed at her friend's nickname "butterfingers" after he dropped his phone for the third time that day. 

Γέλασε με το παρατσούκλι του φίλου της "butterfingers" αφού έριξε το τηλέφωνό του για τρίτη φορά εκείνη την ημέρα.

butterfingers
01

αδέξιος, χειρόβολος

used when someone drops something, suggesting they have clumsy or slippery fingers 
Παραδείγματα
Oops, butterfingers! Let me help you pick those up. 

Ωχ, βουτυρόχειρες! Άσε με να σε βοηθήσω να τα μαζέψεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store