Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to butter up
01
κολακεύω, θωπεύω
to compliment someone to gain something in return
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
butter
ενεστώτας
butter up
γ΄ ενικό πρόσωπο
butters up
ενεστώτα μετοχή
buttering up
απλός αόριστος
buttered up
παθητική μετοχή
buttered up
Παραδείγματα
The salesman was skilled at buttering up customers to make more sales.
Ο πωλητής ήταν επιδέξιος στο κολακεύει τους πελάτες για να κάνει περισσότερες πωλήσεις.



























