Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to butter up
[phrase form: butter]
01
κολακεύω, θωπεύω
to compliment someone to gain something in return
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
butter
ενεστώτας
butter up
γ΄ ενικό πρόσωπο
butters up
ενεστώτα μετοχή
buttering up
απλός αόριστος
buttered up
παθητική μετοχή
buttered up
Παραδείγματα
She tried to butter the boss up by praising his leadership skills.
Προσπάθησε να κολακεύσει το αφεντικό επαινώντας τις ηγετικές του ικανότητες.



























