butter
butter
'bʌtə
batē
betterbusterbitterbutler

Ορισμός και σημασία του "butter"στα αγγλικά

01

βούτυρο

a soft, yellow food made from cream that we spread on bread or use in cooking 
butter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Butter is a key ingredient in making flaky and delicious pie crusts. 

Το βούτυρο είναι ένα βασικό συστατικό για την παρασκευή φυλλωτών και νόστιμων πίτας.

02

πολεμιστής που χτυπά με το κεφάλι, μαχητής που χτυπάει με το κεφάλι του

a fighter who strikes the opponent with his head 
to butter
01

αλείφω με βούτυρο, επαλείφω με βούτυρο

to spread a smooth, creamy substance on something, usually using a knife 
Transitive: to butter sth
to butter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
butter
γ΄ ενικό πρόσωπο
butters
ενεστώτα μετοχή
buttering
απλός αόριστος
buttered
παθητική μετοχή
buttered
Παραδείγματα
Butter the toast generously before serving it. 

Αλείψτε με γενναιότητα τη φρυγανιά με βούτυρο πριν την σερβίρετε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store