Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Busybody
01
περιέργος, παρεμβατικός
someone who interferes in the affairs of others without being invited
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
busybodies
Παραδείγματα
They called her a busybody for constantly asking about their plans and routines.
Την αποκάλεσαν περίεργη επειδή ρωτούσε συνεχώς για τα σχέδιά τους και τις ρουτίνες τους.



























