Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
busty
01
στοργιώδης, πλούσιος
describing a woman with a large and well-developed bust or breasts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
bustiest
συγκριτικός βαθμός
bustier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
anatomy, appearance, description
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
busty
bust



























