Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bustling
01
ζωηρός, γερματιστικός
(of a place or environment) full of activity, energy, and excitement, often with a lot of people moving around and engaged in various tasks or social interactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bustling
συγκριτικός βαθμός
more bustling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bustling airport was a hive of activity, with travelers rushing to catch their flights.
Το κινητικό αεροδρόμιο ήταν μια κυψέλη δραστηριότητας, με ταξιδιώτες να βιάζονται να πιάσουν τις πτήσεις τους.
Λεξικό Δέντρο
bustling
bustle



























