Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bustling
01
ζωηρός, γερματιστικός
(of a place or environment) full of activity, energy, and excitement, often with a lot of people moving around and engaged in various tasks or social interactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bustling
συγκριτικός βαθμός
more bustling
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The bustling market was filled with vendors shouting, customers bargaining, and the aroma of fresh food.
Η γερμή αγορά ήταν γεμάτη με πωλητές που φώναζαν, πελάτες που παζάρευαν και την άρωμα φρέσκου φαγητού.
Λεξικό Δέντρο
bustling
bustle



























