bust-up
bust
bəst
bēst
up
ʌp
ap
/bˈʌstˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "bust-up"στα αγγλικά

01

τσακωμός, φιλονικία

a serious argument that causes people to end their relationship
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bust-ups
Παραδείγματα
The political bust-up permanently damaged their long-standing alliance.
Η πολιτική φιλονικία προκάλεσε μόνιμη ζημιά στη μακροχρόνια συμμαχία τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store