bust-up
bust
bʌst
bast
up
ʌp
ap
dustup

Ορισμός και σημασία του "bust-up"στα αγγλικά

01

τσακωμός, φιλονικία

a serious argument that causes people to end their relationship 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bust-ups
Παραδείγματα
They had a bust-up and stopped talking. 

Είχαν μια φιλονικία και σταμάτησαν να μιλούν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store