Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Busman's holiday
01
διακοπές σαν δουλειά, άδεια με δουλειά
a period of leisure or vacation spent engaging in activities related to one's job or profession
idiom
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
busman's holidays
Παραδείγματα
Even on vacation, the architect spent hours studying old buildings, a classic busman's holiday.
Ακόμη και στις διακοπές, ο αρχιτέκτονας περνούσε ώρες μελετώντας παλιά κτίρια· κλασικές διακοπές σαν δουλειά.



























