busman
bus
ˈbʌs
μπασ
man
mæn
μαιν
/bˈʌsmən/

Ορισμός και σημασία του "busman"στα αγγλικά

01

οδηγός λεωφορείου, λεωφορειοϋπαλλήλος

someone who drives a bus
busman definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
busmen
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store