busker
bus
ˈbəs
μπασ
ker
kɜr
κερρ
/bˈʌskɐ/

Ορισμός και σημασία του "busker"στα αγγλικά

01

δρομικός μουσικός, δρομικός καλλιτέχνης

a person who performs music in a public place asking the passers-by for money
Dialectbritish flagBritish
busker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buskers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store