Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
businesslike
01
επιχειρηματικός, αποτελεσματικός
organized and efficient in a way suited to professional or commercial activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most businesslike
συγκριτικός βαθμός
more businesslike
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He maintained a businesslike demeanor even under pressure.
Διατήρησε μια επιχειρηματική συμπεριφορά ακόμα και υπό πίεση.
02
επαγγελματικός, αποτελεσματικός
focused on the task at hand, ignoring unrelated matters
Παραδείγματα
His businesslike efficiency left little room for error.
Η επιχειρηματική αποτελεσματικότητά του άφηνε λίγο χώρο για λάθη.
Λεξικό Δέντρο
businesslike
business
busy



























