Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Adenoid
01
αδενοειδές, αδενοειδή φύματα
(usually plural) each of the pair of large lymphoid tissues high up in the throat and behind the nose that have to be removed if swollen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adenoids
adenoid
01
αδενοειδής, λεμφοειδής
relating to or resembling lymphatic glands or lymphoid tissue
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
adenoidal
adenoid



























