Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Burrow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burrows
Παραδείγματα
The rabbit disappeared into its burrow, seeking refuge from the approaching storm.
Το κουνέλι εξαφανίστηκε στην τρύπα του, αναζητώντας καταφύγιο από την επερχόμενη καταιγίδα.
to burrow
01
σκάβω, ανοίγω τρύπα
to dig a hole or tunnel into the ground or other surface to create a space for shelter or habitation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
burrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
burrows
ενεστώτα μετοχή
burrowing
απλός αόριστος
burrowed
παθητική μετοχή
burrowed
Παραδείγματα
Rabbits burrow into the earth to create underground shelters.
Τα κουνέλια σκάβουν στη γη για να δημιουργήσουν υπόγεια καταφύγια.



























