burrow
bu
ˈbʌ
ba
rrow
rəʊ
rew
borrowbarrow

Ορισμός και σημασία του "burrow"στα αγγλικά

01

τρύπα, φωλιά

a hole that an animal digs in the ground to use as a shelter 
burrow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
burrows
Παραδείγματα
The rabbit disappeared into its burrow, seeking refuge from the approaching storm. 

Το κουνέλι εξαφανίστηκε στην τρύπα του, αναζητώντας καταφύγιο από την επερχόμενη καταιγίδα.

to burrow
01

σκάβω, ανοίγω τρύπα

to dig a hole or tunnel into the ground or other surface to create a space for shelter or habitation 
Intransitive
to burrow definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
burrow
γ΄ ενικό πρόσωπο
burrows
ενεστώτα μετοχή
burrowing
απλός αόριστος
burrowed
παθητική μετοχή
burrowed
Παραδείγματα
Rabbits burrow into the earth to create underground shelters. 

Τα κουνέλια σκάβουν στη γη για να δημιουργήσουν υπόγεια καταφύγια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store