Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to burnish
01
γυαλίζω, στιλβώνω
to rub a surface to make it smooth, shiny, or glossy, often using a tool or an abrasive material
Transitive: to burnish a surface
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
burnish
γ΄ ενικό πρόσωπο
burnishes
ενεστώτα μετοχή
burnishing
απλός αόριστος
burnished
παθητική μετοχή
burnished
Παραδείγματα
The jeweler burnished the gemstone to bring out its brilliance.
Ο κοσμηματοπώλης γυάλισε το πολύτιμο λίθο για να τον κάνει να λάμψει.
Burnish
01
η λάμψη, η γυαλάδα
the appearance of being smooth and glossy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The sword 's burnish gleamed in the sunlight.
Η γυαλάδα του σπαθιάς λάμπυρε στον ήλιο.
Λεξικό Δέντρο
burnished
burnishing
burnish



























