burdock
bur
ˈbɜ:
μπερ
dock
dɒk
ντοκ

Ορισμός και σημασία του "burdock"στα αγγλικά

01

λαπάθιο, αρκούδα

a plant with edible roots and large leaves, known for its potential health benefits 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
burdocks
Παραδείγματα
After hearing about its benefits, I wanted to incorporate burdock into my daily diet. 

Αφού άκουσα για τα οφέλη του, ήθελα να ενσωματώσω την κνίδη στην καθημερινή μου διατροφή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store