Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Buoy
01
σήμανα, πλωτήρας
a floating object anchored in a body of water, typically used for navigation, marking hazards, or for indicating the location of something such as a submarine cable
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buoys
Παραδείγματα
The sailors used the buoy to mark the safe entry point into the harbor.
Οι ναυτικοί χρησιμοποίησαν το σημαδούρα για να σημάνουν το ασφαλές σημείο εισόδου στο λιμάνι.
to buoy
01
σημαδεύω με σημαδούρα, τοποθετώ σημαδούρα
mark with a buoy
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
buoy
γ΄ ενικό πρόσωπο
buoys
ενεστώτα μετοχή
buoying
απλός αόριστος
buoyed
παθητική μετοχή
buoyed
02
διατηρώ στην επιφάνεια, επιπλέω
keep afloat
03
επιπλέω, διατηρώ στην επιφάνεια
float on the surface of water



























