buns
buns
bənz
μπανζ
/bˈʌnz/

Ορισμός και σημασία του "buns"στα αγγλικά

01

γλουτοί, πισινός

the fleshy part of the human body that you sit on
buns definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
buns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store