Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bundle
01
δέμα, δέσμη
a package of several things tied together for carrying or storing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bundles
02
δέμα, τσουβάλι
a number of objects wrapped up together, usually for the purpose of transportation
03
δέμα, τσουβάλι
a large sum of money (especially as pay or profit)
to bundle
01
ομαδοποιώ, συγκεντρώνω
of grammatical gender
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bundle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bundles
ενεστώτα μετοχή
bundling
απλός αόριστος
bundled
παθητική μετοχή
bundled
02
δένω, πακετάρω
make into a bundle
03
κοιμάμαι πλήρως ντυμένος στο ίδιο κρεβάτι με τον αρραβωνιαστικό μου, κοιμάμαι ντυμένος στο ίδιο κρεβάτι με την αρραβωνιαστικιά μου
sleep fully clothed in the same bed with one's betrothed
04
συμπιέζω σε μια μπάλα, συμπιέζω σε ένα πακέτο
compress into a wad
05
συγκεντρώνω, ομαδοποιώ
gather or cause to gather into a cluster



























