bullying
bu
ˈbʊ
boo
llying
liɪng
liing
bullring

Ορισμός και σημασία του "bullying"στα αγγλικά

01

εκφοβισμός, εκφοβισμός

a type of behavior that involves using violence or threats to scare or hurt smaller or less powerful people 
bullying definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
It's essential for bystanders to speak up and intervene when they witness bullying behavior, as their actions can make a significant difference in stopping the cycle of abuse. 

Είναι απαραίτητο οι παρατηρητές να μιλούν και να παρεμβαίνουν όταν γίνονται μάρτυρες συμπεριφοράς εκφοβισμού, καθώς οι ενέργειές τους μπορούν να κάνουν σημαντική διαφορά στη διακοπή του κύκλου κακοποίησης.

01

εκφοβιστικός, τυραννικός

noisily domineering; tending to browbeat others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bullying
συγκριτικός βαθμός
more bullying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, social, personality

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bullying
bully
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store