Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bulgur wheat
01
μπουλγούρ, σπασμένο σιτάρι
whole grain of wheat that is partially boiled then dried, especially used in Middle Eastern cuisines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























