to build on
build
bɪld
bild
on
ɒn
on
build upon

Ορισμός και σημασία του "build on"στα αγγλικά

to build on
01

χτίζω πάνω, βασίζομαι σε

to use something as a basis for further development 
Transitive: to build on an existing resource
to build on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
build
ενεστώτας
build on
γ΄ ενικό πρόσωπο
builds on
ενεστώτα μετοχή
building on
απλός αόριστος
built on
παθητική μετοχή
built on
Παραδείγματα
The company plans to build on its reputation for quality service. 

Η εταιρεία σχεδιάζει να χτίσει πάνω στη φήμη της για ποιοτικές υπηρεσίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store