Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to build on
[phrase form: build]
01
χτίζω πάνω, βασίζομαι σε
to use something as a basis for further development
Transitive: to build on an existing resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
build
ενεστώτας
build on
γ΄ ενικό πρόσωπο
builds on
ενεστώτα μετοχή
building on
απλός αόριστος
built on
παθητική μετοχή
built on
Παραδείγματα
We need to build the project on the existing framework.
Πρέπει να χτίσουμε πάνω στο υπάρχον πλαίσιο για το έργο.



























