to build on
Pronunciation
/bˈɪld ˈɑːn/
build upon

Ορισμός και σημασία του "build on"στα αγγλικά

to build on
[phrase form: build]
01

χτίζω πάνω, βασίζομαι σε

to use something as a basis for further development
Transitive: to build on an existing resource
to build on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
on
βασικό ρήμα
build
ενεστώτας
build on
γ΄ ενικό πρόσωπο
builds on
ενεστώτα μετοχή
building on
απλός αόριστος
built on
παθητική μετοχή
built on
Παραδείγματα
We need to build the project on the existing framework.
Πρέπει να χτίσουμε πάνω στο υπάρχον πλαίσιο για το έργο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store