Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Build-up
01
συσσώρευση, σταδιακή αύξηση
an increase in power, intensity, or quantity, usually one that happens gradually
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
build-ups



























