build-up
build
bɪld
bild
up
ʌp
ap
buildup
buildup

Ορισμός και σημασία του "build-up"στα αγγλικά

01

συσσώρευση, σταδιακή αύξηση

an increase in power, intensity, or quantity, usually one that happens gradually 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
build-ups

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store