Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to build in
01
ενσωματώνω, ενοποιώ
to make something a permanent and necessary part of a larger system or structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
build
ενεστώτας
build in
γ΄ ενικό πρόσωπο
builds in
ενεστώτα μετοχή
building in
απλός αόριστος
built in
παθητική μετοχή
built in
Παραδείγματα
The developer will build in automatic updates to keep the software current.
Ο προγραμματιστής θα ενσωματώσει αυτόματες ενημερώσεις για να διατηρήσει το λογισμικό ενημερωμένο.



























