Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to build in
[phrase form: build]
01
ενσωματώνω, ενοποιώ
to make something a permanent and necessary part of a larger system or structure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
build
ενεστώτας
build in
γ΄ ενικό πρόσωπο
builds in
ενεστώτα μετοχή
building in
απλός αόριστος
built in
παθητική μετοχή
built in
Παραδείγματα
The company strives to build in quality control measures from the start.
Η εταιρεία προσπαθεί να ενσωματώσει μέτρα ελέγχου ποιότητας από την αρχή.



























