to build in
build
bɪld
bild
in
ɪn
in

Ορισμός και σημασία του "build in"στα αγγλικά

to build in
01

ενσωματώνω, ενοποιώ

to make something a permanent and necessary part of a larger system or structure 
to build in definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
build
ενεστώτας
build in
γ΄ ενικό πρόσωπο
builds in
ενεστώτα μετοχή
building in
απλός αόριστος
built in
παθητική μετοχή
built in
Παραδείγματα
The developer will build in automatic updates to keep the software current. 

Ο προγραμματιστής θα ενσωματώσει αυτόματες ενημερώσεις για να διατηρήσει το λογισμικό ενημερωμένο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store