Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bugle
01
σάλπιγγα, τρομπέτα
a brass instrument resembling a small trumpet, without any valves or keys, used for military calls
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bugles
02
σωληνωτό χάντρα από γυαλί ή πλαστικό ραμμένο σε ρούχα για διακόσμηση, σωληνωτό χάντρα γυαλιού ή πλαστικού ραμμένο σε ρούχα ως διακόσμηση
a tubular glass or plastic bead sewn onto clothing for decoration
03
bugle, μικρή κονσόλντα
any of various low-growing annual or perennial evergreen herbs native to Eurasia; used for ground cover
to bugle
01
παίζω σάλπιγγα
play on a bugle
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bugle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bugles
ενεστώτα μετοχή
bugling
απλός αόριστος
bugled
παθητική μετοχή
bugled
LanGeek



























