buffoonery
bu
ffoo
ˈfu:
foo
ne
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "buffoonery"στα αγγλικά

01

γελωτοποιία, κλόουν

foolish, clownish, or ridiculous behavior intended to amuse or entertain 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The meeting descended into buffoonery when no one took the topic seriously. 

Η συνάντηση κατέληξε σε βαβουραδισμό όταν κανείς δεν πήρε το θέμα στα σοβαρά.

Λεξικό Δέντρο

buffoonery
buffoon
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store