Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Budding
01
βλάστηση, αναπαραγωγή με βλάστηση
reproduction of some unicellular organisms (such as yeasts) by growth and specialization followed by the separation by constriction of a part of the parent
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
budding
01
αναδυόμενος, ακμάζων
just starting to succeed or develop
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most budding
συγκριτικός βαθμός
more budding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, potential, growth
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
budding
bud



























