budding
bu
ˈbʌ
μπα
dding
dɪng
ντινγκ
biddingbedding

Ορισμός και σημασία του "budding"στα αγγλικά

01

βλάστηση, αναπαραγωγή με βλάστηση

reproduction of some unicellular organisms (such as yeasts) by growth and specialization followed by the separation by constriction of a part of the parent 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
01

αναδυόμενος, ακμάζων

just starting to succeed or develop 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most budding
συγκριτικός βαθμός
more budding
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
development, potential, growth

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

budding
bud
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store