Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bucket shop
01
κατάστημα με κουβάδες, φθηνό μπαρ με κουβάδες
(formerly) a cheap saloon selling liquor by the bucket
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bucket shops
02
ανήθικη χρηματιστηριακή εταιρεία, υπερβολικά επιθετική χρηματιστηριακή εταιρεία
an unethical or overly aggressive brokerage firm
03
πρακτορείο ταξιδιών με εκπτώσεις, πωλητής εισιτηρίων με έκπτωση
a travel agency or ticket seller that offers inexpensive or discounted fares, often with a focus on budget or low-cost travel options
Dialect
British



























