Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brush up
01
ανανεώνω γνώσεις, επαναλαμβάνω
to practice and improve skills or knowledge that one has learned in the past
Transitive: to brush up a skill or knowledge
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
brush
ενεστώτας
brush up
γ΄ ενικό πρόσωπο
brushes up
ενεστώτα μετοχή
brushing up
απλός αόριστος
brushed up
παθητική μετοχή
brushed up
Παραδείγματα
The chef is brushing up on culinary techniques to stay updated.
Ο σεφ επαναλαμβάνει τις τεχνικές μαγειρικής για να παραμείνει ενημερωμένος.
02
γυαλίζω, καθαρίζω
to make something better as if by polishing and removing dust
Transitive: to brush up a surface
Παραδείγματα
The jeweler carefully brushed up the silver necklace, removing any tarnish.
Ο κοσμηματοπώλης γυάλισε προσεκτικά το ασημένιο κολιέ, αφαιρώντας κάθε κηλίδα.



























