Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to browbeat
01
εκφοβίζω, αναγκάζω με απειλές
to force a person into doing something by threatening or frightening them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
browbeat
γ΄ ενικό πρόσωπο
browbeats
ενεστώτα μετοχή
browbeating
απλός αόριστος
browbeat
παθητική μετοχή
browbeaten
Παραδείγματα
He tried to browbeat his coworkers into accepting the new policy.
Προσπάθησε να εκφοβίσει τους συναδέλφους του για να αποδεχτούν τη νέα πολιτική.
Λεξικό Δέντρο
browbeat
brow
beat



























