Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brook
01
ρευμάτι, ποταμάκι
a small, natural watercourse or stream; typically characterized by a gentle and continuous flow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brooks
Παραδείγματα
The brook's clear water sparkled in the sunlight.
Το καθαρό νερό του ρευματιού έλαμπε στον ήλιο.
to brook
01
ανέχομαι, υποφέρω
to allow and not oppose to something that one usually finds to be unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
brook
γ΄ ενικό πρόσωπο
brooks
ενεστώτα μετοχή
brooking
απλός αόριστος
brooked
παθητική μετοχή
brooked
Παραδείγματα
The supervisor is going to brook no further lapses in performance from the team.
Ο επόπτης δεν πρόκειται να ανέχεται περαιτέρω παραλείψεις στην απόδοση της ομάδας.
Λεξικό Δέντρο
brooklet
brook



























