broodmare
brood
brud
μπρουντ
mare
mer
μερ
/ˈbruːdˌmeə/

Ορισμός και σημασία του "broodmare"στα αγγλικά

01

θηλυκό άλογο αναπαραγωγής, αλογίνα αναπαραγωγής

a female horse that is kept for breeding
broodmare definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
broodmares
Παραδείγματα
The ranch specializes in raising quality broodmares for the racing industry.
Το ράντσο ειδικεύεται στην εκτροφή ποιοτικών θηλυκών αναπαραγωγικών αλόγων για τη βιομηχανία των αγώνων.

Λεξικό Δέντρο

broodmare

brood

+

mare

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store