Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Broker
01
μεσίτης, διαμεσολαβητής
a person whose job is to sell and buy assets and goods for other people
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
brokers
to broker
01
διαμεσολαβώ, διαπραγματεύομαι
to help make deals or agreements between different parties
Transitive: to broker a deal or negotiation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
broker
γ΄ ενικό πρόσωπο
brokers
ενεστώτα μετοχή
brokering
απλός αόριστος
brokered
παθητική μετοχή
brokered
Παραδείγματα
The government appointed a neutral party to broker discussions between labor unions and management.
Η κυβέρνηση διόρισε ένα ουδέτερο κόμμα για να μεσολαβήσει στις συζητήσεις μεταξύ των συνδικάτων και της διοίκησης.
Λεξικό Δέντρο
brokerage
broker



























