broke
broke
brəʊk
brewk
brakeblokebrome

Ορισμός και σημασία του "broke"στα αγγλικά

01

απένταρος, χωρίς δεκάρα

having little or no financial resources 
broke definition and meaning
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most broke
συγκριτικός βαθμός
more broke
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I'm broke until payday. 

Είμαι απένταρος μέχρι την ημέρα πληρωμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store