broadly
Pronunciation
/ˈbɹɔdɫi/

Ορισμός και σημασία του "broadly"στα αγγλικά

01

ευρέως, γενικά

in a general or approximate way, without going into precise detail
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
His views broadly reflect those of the majority.
Οι απόψεις του αντικατοπτρίζουν εν μέρει τις απόψεις της πλειοψηφίας.
02

ευρέως, γενικά

in a wide fashion
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store