Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
broadly
01
ευρέως, γενικά
in a general or approximate way, without going into precise detail
Παραδείγματα
His views broadly reflect those of the majority.
Οι απόψεις του αντικατοπτρίζουν εν μέρει τις απόψεις της πλειοψηφίας.
02
ευρέως, γενικά
in a wide fashion
Λεξικό Δέντρο
broadly
broad



























