Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
broad-minded
01
ανοιχτόμυαλος, ανεκτικός
able to consider and accept a wide range of opinions and beliefs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most broad-minded
συγκριτικός βαθμός
more broad-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is very broad-minded, always open to new ideas and perspectives.
Είναι πολύ ανοιχτόμυαλη, πάντα ανοιχτή σε νέες ιδέες και προοπτικές.
02
ευρύς νους, ανεκτικός
incapable of being shocked



























