Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Brit
01
Βρετανός, Άγγλος
someone from Britain, typically of British nationality or origin
Παραδείγματα
The film, directed by a talented Brit, received critical acclaim.
Η ταινία, σε σκηνοθεσία ενός ταλαντούχου Βρετανού, έλαβε επαίνους από τους κριτικούς.
02
ένα brit, ένα νεαρό ρέγγα
a juvenile herring, sprat or other small fish typically less than six inches long
03
μικροσκοπικά καρκινοειδή που αποτελούν τροφή για τις δεξιές φάλαινες, μικρά καρκινοειδή που χρησιμεύουν ως τροφή για τις δεξιές φάλαινες
minute crustaceans forming food for right whales



























