Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring around
01
πείθω, κάνω κάποιον να συμφωνήσει
to persuade someone to agree with one's point of view
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
around
βασικό ρήμα
bring
ενεστώτας
bring around
γ΄ ενικό πρόσωπο
brings around
ενεστώτα μετοχή
bringing around
απλός αόριστος
brought around
παθητική μετοχή
brought around
Παραδείγματα
Initially opposed to the idea, he managed to bring his friends around through patient discussion.
Αρχικά αντίθετος με την ιδέα, κατάφερε να πείσει τους φίλους του μέσα από μια υπομονετική συζήτηση.
02
επιστρέφω στην αίσθηση, βοηθώ κάποιον να συνέλθει
to help someone to become conscious again
Dialect
American
Παραδείγματα
The gentle application of cold compresses can help bring around someone who has fainted.
Η ευγενής εφαρμογή ψυχρών συμπιέσεων μπορεί να βοηθήσει να ξαναφέρει στη συνείδηση κάποιον που έχει λιποθυμήσει.
03
φέρνω, οδηγώ
to bring someone or something to a specific place, often to someone's home
Παραδείγματα
Bring the kids around for a playdate at our place.
Φέρε τα παιδιά για ένα ραντεβού παιχνιδιού στο σπίτι μας.



























