to brim over
brim
ˈbrɪm
brim
o
əʊ
ew
ver

Ορισμός και σημασία του "brim over"στα αγγλικά

to brim over
01

ξεχειλίζω, ξεπεράζω τα όρια

to spill over the edge of a container 
to brim over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
brim
ενεστώτας
brim over
γ΄ ενικό πρόσωπο
brims over
ενεστώτα μετοχή
brimming over
απλός αόριστος
brimmed over
παθητική μετοχή
brimmed over
Παραδείγματα
The saucepan brimmed over with boiling water. 

Η κατσαρόλα ξεχείλισε με βραστό νερό.

02

ξεχειλίζω, κατακλύζομαι

to experience a powerful and overwhelming emotion 
Παραδείγματα
The proud parents' hearts brimmed over at their child's success. 

Η καρδιά των περήφανων γονέων ξεχείλιζε από χαρά για την επιτυχία του παιδιού τους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store