Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brim over
01
ξεχειλίζω, ξεπεράζω τα όρια
to spill over the edge of a container
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
brim
ενεστώτας
brim over
γ΄ ενικό πρόσωπο
brims over
ενεστώτα μετοχή
brimming over
απλός αόριστος
brimmed over
παθητική μετοχή
brimmed over
Παραδείγματα
The saucepan brimmed over with boiling water.
Η κατσαρόλα ξεχείλισε με βραστό νερό.
02
ξεχειλίζω, κατακλύζομαι
to experience a powerful and overwhelming emotion
Παραδείγματα
The proud parents' hearts brimmed over at their child's success.
Η καρδιά των περήφανων γονέων ξεχείλιζε από χαρά για την επιτυχία του παιδιού τους.



























