Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to brim over
[phrase form: brim]
01
ξεχειλίζω, ξεπεράζω τα όρια
to spill over the edge of a container
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
brim
ενεστώτας
brim over
γ΄ ενικό πρόσωπο
brims over
ενεστώτα μετοχή
brimming over
απλός αόριστος
brimmed over
παθητική μετοχή
brimmed over
Παραδείγματα
Do n't overfill the cup; you might brim the tea over.
Μην γεμίσεις πολύ το φλιτζάνι· μπορεί να ξεχειλίσεις το τσάι.
02
ξεχειλίζω, κατακλύζομαι
to experience a powerful and overwhelming emotion
Παραδείγματα
The surprise party brimmed over with happiness.
Το πάρτι έκπληξη ξεπερνούσε με ευτυχία.



























