Addison's disease
Addison's
ædɪsənz
ādisēnz
disease
dɪzi:z
diziz

Ορισμός και σημασία του "Addison's disease"στα αγγλικά

Addison's disease
01

νόσος του Addison, χρόνια επινεφριδιακή ανεπάρκεια

a rare disorder where the adrenal glands do not produce enough hormones 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Mark's chronic fatigue and weight loss were attributed to Addison's disease. 

Η χρόνια κόπωση και η απώλεια βάρους του Μαρκ αποδόθηκαν στη νόσο του Addison.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store