Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Addison's disease
01
νόσος του Addison, χρόνια επινεφριδιακή ανεπάρκεια
a rare disorder where the adrenal glands do not produce enough hormones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο



























